Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι

Ο Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι (7 Μαίου 1840)  ήταν ρώσος συνθέτης της ρομαντικής εποχής. Όσο το ύφος του διευρυνόταν, ο Τσαϊκόφσκι έγραψε μουσική σε ένα μεγάλο φάσμα ειδών, συμπεριλαμβανομένων συμφωνίας, όπερας, μπαλέτου, οργανικής μουσικής, μουσικής δωματίου και τραγουδιού. Έγραψε μερικά από τα πιο δημοφιλή ορχηστρικά και θεατρικά μουσικά έργα στο σύγχρονο κλασικό ρεπερτόριο, όπως τα μπαλέτα Η λίμνη των κύκνων, Η Ωραία Κοιμωμένη και Ο Καρυοθραύστης, η Ουβερτούρα 1812, το Πρώτο Κοντσέρτο για Πιάνο, επτά συμφωνίες και η όπερα Ευγένιος Ονέγκιν.
Το 1843 οι γονείς του Τσαϊκόφσκι προσέλαβαν μια Γαλλίδα γκουβερνάντα, τη Φαννύ Ντουρμπάχ. Η αγάπη και η τρυφερότητά της προς τα παιδιά λέγεται πως ερχόταν σε αντίθεση με την Αλεξάνδρα, η οποία περιγράφεται από ένα βιογράφο ως ένας ψυχρός, δυστυχισμένος, απόμακρος γονιός που δεν ήταν καθόλου επιρρεπής σε εκδηλώσεις τρυφερότητας. Παρόλ' αυτά, άλλοι συγγραφείς υποστηρίζουν πως η Αλεξάνδρα λάτρευε το γιο της.
Στις 25 Ιουνίου 1854 ο Τσαϊκόφσκι υπέστη το σοκ του θανάτου της μητέρας του, Αλεξάνδρας, από χολέρα. Επηρεάστηκε τόσο που δεν ήταν σε θέση να ενημερώσει τη Φαννύ Ντουρμπάχ πριν περάσουν δύο χρόνια. Μολαταύτα, μέσα σε ένα μήνα από το θάνατο της μητέρας του έκανε τις πρώτες του σοβαρές προσπάθειες στη σύνθεση, ένα θέατρο στη μνήμη της. Αρκετοί συγγραφείς υποστηρίζουν πως η απώλεια της μητέρας του έπαιξε κατηγορηματικό ρόλο στη σεξουαλική ανάπτυξη του Τσαϊκόφσκι, μαζί με την εμπειρία του στην υποτιθέμενη εκτεταμένη ομοφυλοφιλική άσκηση ανάμεσα στους μαθητές της Αυτοκρατορικής Νομικής Σχολής. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, κάποιες φιλίες με συμφοιτητές, όπως με τον Αλεξέι Ακπούτιν και τον Βλαντιμίρ Γκέραρντ, ήταν αρκετά έντονες ώστε να διαρκέσουν για το υπόλοιπο της ζωής του.

Η μουσική δε θεωρούταν προτεραιότητα στη Σχολη αλλά ο Τσαϊκόφσκι παρακολουθούσε συχνά όπερα και θέατρο με άλλους φοιτητές. Αγαπούσε τα έργα του Ροσσίνι, του Μπελίνι, του Βέρντι. Από το 1855 ο Ίλυα Τσαϊκόφσκι χρηματοδότησε ιδιαίτερα μαθήματα με τον Ρούντολφ Κούντινγκερ, έναν πασίγνωστο δάσκαλο πιάνου από τη Νυρεμβέργη. Ο Ίλυα ρώτησε, επίσης, τον Κούντινγκερ σχετικά με τη μουσική καριέρα του γιου του. Ο Κούντινγκερ απάντησε πως τίποτα δεν υποδείκνυε έναν μελλοντικό συνθέτη ή έστω έναν καλό ερμηνευτή.


Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ

Παπαντώνης Γεώργιος


Αλίκη Βουγιουκλάκη

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη (20 Ιουλίου 1934 - 23 Ιουλίου 1996) ήταν μια από τις εμπορικότερες και ίσως η δημοφιλέστερη Ελληνίδα ηθοποιός και θεατρική επιχειρηματίας. Η Βουγιουκλάκη έκανε το ντεμπούτο της στο θέατρο το 1953 με το έργο Κατά Φαντασίαν Ασθενής του Μολιέρου. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποίησε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο με την ταινία Το Ποντικάκι. Ακολούθησαν 41 κινηματογραφικές ταινίες [συμπεριλαμβανομένης και της τουρκικής διασκευής της ταινίας "Χτυποκάρδια στο θρανίο" με τον τουρκικό τίτλο "Siralardaki Heyecanlar" (1963)], οι περισσότερες των οποίων έγιναν τεράστιες εισπρακτικές επιτυχίες και κατάφεραν να εκτινάξουν την καριέρα της στα ύψη και να της δοθεί ο χαρακτηρισμός "Εθνική Σταρ". Υπήρξε η δημοφιλέστερη ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου στην Ελλάδα κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, θέση που κρατάει ως σήμερα. Στην εκπομπή/ντοκιμαντέρ του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ, "Μεγάλοι Έλληνες" (που βασίστηκε στην αντίστοιχη παραγωγή του αγγλικού τηλεοπτικού σταθμού BBC) και που προβλήθηκε το 2009, η Αλίκη Βουγιουκλάκη συμπεριλαμβάνεται στην 88η θέση της λίστας με τους 100 Μεγάλους Έλληνες Όλων Των Εποχών.

Το 1960, της απονεμήθηκε το Βραβείο ερμηνείας Α΄ Γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1960 για την ερμηνεία της στην κινηματογραφική ταινία Μανταλένα, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου.
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη γεννήθηκε στο Μαρούσι  Αττικής από τους Ιωάννη Βουγιουκλάκη, πρώην Νομάρχη Αρκαδίας και νομικό, και Αιμιλία Κουμουνδούρου. Η οικογένειά της κατάγεται από το χωριό Λάγια της Μάνης. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής ο πατέρας της δολοφονήθηκε και η μητέρα της ανέλαβε μόνη της να μεγαλώσει τα τρία παιδιά, την Αλίκη, τον Αντώνη και τον Τάκη Βουγιουκλάκη.
Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ

Παπατσάνη Ραφαηλία

Πελέ

Ο Έντσον  Αράντες ντο Νασιμέντο, γνωστός ως Πελέ, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1940 στην πόλη Τρες Κορασόες της Βραζιλίας και είναι πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής. Ανατράφηκε σε μια πολύ φτωχή οικογένεια στην Tres Coracos, και οι γονείς του, Dondinho και Celeste Nascimento φώναζαν τον μικρό Edson "Dico".
Αρχικά έμαθε το παιχνίδι του ποδοσφαίρου από τον πατέρα του. Ο  Πελέ έπαιζε ως δεύτερος επιθετικός, γνωστός και ως οργανωτής. Η τεχνική κατάρτιση και η αθλητικότητά του έχουν επαινεθεί παγκοσμίως, και κατά τη διάρκεια της καριέρας του ήταν γνωστός για την άριστη ντρίμπλα και πάσα του, την εξαιρετική του ικανότητα στο ψηλό παιχνίδι, τη δημιουργικότητά του, αλλά και τη μεγάλη του έφεση στο σκοράρισμα.
Είναι ο πρώτος σκόρερ σε αγώνες πρωταθλήματος στην ιστορία του ποδοσφαίρου με 541 γκολ. Συνολικά ο Πελέ σκόραρε 1281 γκολ σε 1363 αγώνες ποδοσφαίρου. Θεωρείται ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του 20ου αιώνα.


Στην αρχή του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958 ο Πελέ ήταν τραυματίας. Ο προπονητής της Βραζιλίας Φεόλα δεν ρίσκαρε τη συμμετοχή του στους δύο πρώτους αγώνες. Μάλιστα, πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο είχε ζητήσει από τον προπονητή του να επιστρέψει στην πατρίδα αφού δεν μπορούσε να προσφέρει. Ο μασέρ όμως της ομάδας, ο Μάριο Αμέρικο, πήρε το θέμα προσωπικά. Υποσχέθηκε να κάνει καλά τον πιτσιρικά που πονούσε. Όσο για τη συμμετοχή του στη βασική ενδεκάδα αυτό ήταν υπόθεση του αμυντικού Νίλτον Σάντος. Στους αγώνες του 4ου ομίλου της πρώτης φάσης ο κλοιός στένευε γύρω από τη Βραζιλία. Είχε ξεκινήσει με νίκη 3-0 επί των Αυστριακών, αλλά στη συνέχεια η «λευκή ισοπαλία» με την Αγγλία τους έβαζε όλους σε περιπέτειες.
Ο αγώνας με την ΕΣΣΔ ήταν καθοριστικός. Ο μικρός Πελέ έπρεπε να σφίξει τα δόντια και να παίξει. Στις 15 Ιουνίου 1958 στο Ούλεβι του Γκέτεμποργκ ο Πελέ ήταν στην αρχική ενδεκάδα. Ήταν μόλις 17 χρόνων. Ο Βαβά με δύο γκολ έδωσε τη νίκη και την πρόκριση στους Βραζιλιάνους, αλλά ο Πελέ είχε εντυπωσιάσει τους ειδικούς του ποδοσφαίρου. Ο μύθος γύρω από το όνομα του είχε μεταφερθεί πια και στην Ευρώπη.

Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ

Μιχίδης Γιάννης


Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Βίνσεντ βαν Γκογκ

Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ γεννήθηκε στο ολλανδικό χωριό Ζούντερτ. Εγκατέλειψε οριστικά τις σπουδές του στην ηλικία των 15 ετών. Αφού έχει ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα, ασχολείται για ένα διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης. Όταν 3 χρόνια αργότερα απολυθεί, θα επιστρέψει στο Άμστερνταμ και θα σπουδάσει θεολογία. Οι σπουδές του διαρκούν για περίπου ένα έτος και το 1878 του ανατίθεται μία θέση ιεροκήρυκα στο Βέλγιο. Για πολλά χρόνια ταξιδεύει στην Ολλανδία ζωγραφίζοντας.





















Έζησε για ένα διάστημα στη Μονμάρτη, κέντρο της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας, όπου ήρθε σε επαφή με διάφορους ιμπρεσιονιστές από τους οποίους επηρεάζεται. Τον Ιούλιο του 1890, ο βαν Γκογκ εμφανίζει συμπτώματα έντονης κατάθλιψης και τελικά αυτοπυροβολείται στο στήθος στις 27 Ιουλίου ενώ πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα, σε ηλικία 37 ετών.

Συνολικά δημιούργησε σε διάστημα περίπου δέκα ετών περισσότερα από 800 πίνακες και 1000 μικρότερα σχέδια.















Μετά το θάνατο του η φήμη του εξαπλώθηκε ραγδαία, με αποκορύφωμα μεγάλες εκθέσεις έργων του που πραγματοποιήθηκαν:
  •       στο Παρίσι(1901)
  •       το Άμστερνταμ (1905)
  •       την Κολονία (1912)
  •       τη Νέα Υόρκη (1913)
  •       το Βερολίνο (1914).
Ίσως δεν υπάρχει καλλιτέχνης που να μυθοποιήθηκε περισσότερο μετά τον θάνατό του από τον Vincent Willem van Gogh (1853-1890).


Το Μουσείο Βαν Γκογκ είναι μουσείο τέχνης του Άμστερνταμ, το οποίο περιλαμβάνει κυρίως έργα του Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ βαν Γκογκ αλλά και άλλων σύγχρονών του καλλιτεχνών. Περιέχει τη μεγαλύτερη συλλογή πινάκων του βαν Γκογκ σε όλο τον κόσμο. 
(Μουσείο Βαν Γκογκ: www.vangoghmuseum.nl)

Βίντεο,το προφίλ του Βινσέντ Βαν Γκογκ:
http://video.about.com/arthistory/Profile-of-Vincent-van-Gogh.htm

Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ 

Μαρία Παρασκευοπούλου

Κλωντ Μονέ

Ο Κλωντ Μονέ ήταν εμπνευστής, κορυφαίος εκπρόσωπος και υπέρμαχος του ιμπρεσιονισμού. Γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 14 Νοεμβρίου του 1840. Το 1858 γνωρίστηκε με τον Ευγένιο Μπουτίν, γνωστό καλλιτέχνη τοπιογραφιών, ο οποίος λειτούργησε ως πρώτος του δάσκαλος στη ζωγραφική. Το 1870 παντρεύτηκε την Καμίλ Ντονσιέ, με την οποία συζούσαν και είχαν ήδη ένα γιο. Την επόμενη χρονιά επέστρεψε στη Γαλλία και το 1874 συμμετείχε στην πρώτη έκθεση της ομάδας των Ιμπρεσιονιστών στο Παρίσι, με τον πίνακα του Impression, soleil levant (κάτω).

Ο τίτλος του πίνακα του Μονέ, ενέπνευσε τον κριτικό τέχνης Louis Leroy στην χρήση του όρου Ιμπρεσιονισμός (Impressionism) για πρώτη φορά. Έτσι, ο Μονέ αναγνωρίστηκε ως πρωτεργάτης του κινήματος των Ιμπρεσιονιστών, το οποίο επηρέασε τόσο τη λογοτεχνία όσο και τη μουσική, αν ο ίδιος δεν δέχτηκε ποτέ ένα παρόμοιο τίτλο. Το 1879 πέθανε η σύζυγός του, αφήνοντάς του δυο παιδιά.
Τον Απρίλιο του 1883 μετακόμισε στο Ζιβερνύ  (Giverny), ένα χωριό στον ποταμό Επτ. Εκεί αγόρασε μια αγροικία και έζησε με την Αλίς Οσεντέ, ερωμένη του από πολλά χρόνια πριν, με την οποία παντρεύτηκαν το 1891. Μετά τον θάνατο του, το 1966 ο γιός του Michel, ως μοναδικός του κληρονόμος, κληροδότησε το σπίτι και τους κήπους στην Γαλλική Ακαδημία Καλών Τεχνών και μετά από ανακαίνιση τους αυτοί άνοιξαν το 1980 για το κοινό, έγιναν πόλος έλξης για πολύ κόσμο και αποτελούν ιστορικά πολιτιστικά μνημεία από το 1976. Οι κήποι του έχουν αποθανατιστεί σε πολλά έργα του, καθώς ήταν ζωγράφος που προτιμούσε να ζωγραφίζει στη φύση.
Πέθανε το 1926, σε ηλικία 86 ετών στο Ζιβερνύ, ως πλούσιος και αναγνωρισμένος ζωγράφος. Ο Μονέ στις εξαίρετες δημιουργίες της γόνιμης περιόδου του προσπαθεί να αποτυπώσει επιτόπου το όραμα της στιγμιαίας εντύπωσης σε όλη του τη ζωντάνια και την κίνηση. Δούλευε τους πίνακές του στην ύπαιθρο, γιατί όπως πίστευε, είχε μεγαλύτερη δυνατότητα έτσι να διεισδύσει πλήρως στην ουσία του θέματός του.


Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ

Παρασκευοπούλου Μαρία

Γεώργιος Παπανικολάου

Ο Γεώργιος Παπανικολάου (13 Μαΐου 1883 - 19 Φεβρουαρίου 1962) υπήρξε διάσημος Έλληνας γιατρός, βιολόγος και ερευνητής. Γεννήθηκε στην Κύμη της Εύβοιας, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1907 μετέβη στη Γερμανία όπου παρακολούθησε μαθήματα βιολογίας υπό τους καθηγητές Χαίκελ και Βάισμαν. Στη συνέχεια γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου όπου και άρχισε τις βιολογικές έρευνες επί του «καθορισμού του φύλου» στα οστρακόδερμα υπό τον καθηγητή Ρίχαρντ Έρτβιχ. Μετά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου επέστρεψε στην Αθήνα το 1910 όπου και νυμφεύθηκε την Ανδρομάχη Μαυρογένη και στη συνέχεια μετέβη στο Μονακό όπου και εργάσθηκε στο ωκεανογραφικό ινστιτούτο του Πριγκιπάτου συμμετέχοντας στην ομάδα ωκεανογραφικής εξερεύνησης του Πρίγκιπα του Μονακό (1911).
Επανερχόμενος στην Ελλάδα συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους και το 1913 αναχώρησε για τις ΗΠΑ όπου και εργάστηκε ως βοηθός στο κλάδο της ανατομίας στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ. Ακολούθως εκλέχθηκε υφηγητής, έκτακτος καθηγητής και τέλος τακτικός καθηγητής της ανατομίας και ιστολογίας της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου αυτού.

Μετά από μακρές έρευνες επί της εκφυλιστικής κληρονομικής επίδρασης του οινοπνεύματος σε ινδικά χοιρίδια, ο Παπανικολάου στράφηκε σε προβλήματα αναπαραγωγής σχετιζόμενα με τη λειτουργία των γεννητικών οργάνων, τον καθορισμό του φύλου, τη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων, καθώς και των φυλετικών ορμονών.
Το 1923 εφάρμοσε τη μέθοδό του σε γυναίκες προς μελέτη των φυσιολογικών γεννητικών λειτουργιών και στη συνέχεια για τη διάγνωση του καρκίνου της μήτρας. Η πρώτη του ανακοίνωση επί της χρησιμοποίησης της κυτταρολογικής μεθόδου προς διάγνωση του καρκίνου της μήτρας το 1928 έγινε δεκτή με πολύ σκεπτικισμό καθόσον η κρατούσα τότε γνώμη για τέτοιου είδους έρευνα και εφαρμογή επί αποφολιδουμένων κυττάρων ήταν πρακτικά αδύνατη. Τέτοια διάγνωση θεωρούνταν δυνατή, μέχρι την εποχή εκείνη, μόνο με την τομή του πάσχοντος οργάνου.


Οι έρευνες του Παπανικολάου επεκτάθηκαν στη συνέχεια στις κυτταρολογικές αλλοιώσεις στο καρκίνο του αυχένα της μήτρας και του ενδομητρίου, των οποίων τα πορίσματα δημοσίευσε το  1943 από κοινού μετά του καθηγητή γυναικολογίας Έρμπερτ Τράουστ σε ειδική μονογραφία υπό τον τίτλο «Διάγνωσις του καρκίνου της μήτρας μέσω των κολπικών επιχρισμάτων» (Diagnosis of Uterine Cancer by the Vaginal Smear). Η δημοσίευση της εργασίας αυτής ήταν επόμενο να κεντρίσει το παγκόσμιο ιατρικό ενδιαφέρον και να προκαλέσει την άμεση δοκιμαστική χρησιμοποίηση της μεθόδου σε διάφορα νοσοκομεία. Το 1944 έγινε η πρώτη εφαρμογή επί του ουροποιητικού συστήματος και στη συνέχεια επί του πεπτικού και άλλων συστημάτων του οργανισμού.

Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ
Τραπέζα Αικατερίνη

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

O Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (Κωνσταντινούπολη 1815 – 14 Απριλίου 1891 Αθήνα) ήταν ιστορικός που χαρακτηρίζεται από τους σύγχρονους ιστορικούς ως ο «πατέρας» της ελληνικής ιστοριογραφίας. Είναι ο θεμελιωτής της αντίληψης της ιστορικής συνέχειας της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως σήμερα, αφού καθιέρωσε στην διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την τριμερή διαίρεση της ελληνικής ιστορίας (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) και επιδίωξε να αναιρέσει τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή απόψεις ότι η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν περίοδος παρακμής και εκφυλισμού που δεν αναγνωριζόταν ως τμήμα της ελληνικής ιστορίας. Πιστεύεται ότι έθεσε τις βάσεις για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας της νεοελληνικής κοινωνίας.
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γεννήθηκε το 1815 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γιος του Δημήτριου Παπαρρηγόπουλου, τραπεζίτη από τη Βυτίνα και προκρίτου της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολη και της Ταρσίας Νικοκλή. Με την έκρηξη της επανάστασης του 1821 οι Τούρκοι θανάτωσαν τον πατέρα του, τον αδερφό του, Μιχαήλ, και άλλα μέλη της οικογένειάς του (τον θείο του, Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο και τον γαμπρό του πατέρα του, Δημήτριο Σκαναβή), ενώ δήμευσαν και ολόκληρη την περιουσία του. Ύστερα από αυτά τα τραγικά γεγονότα η μητέρα του, Ταρσία Νικοκλή, κατέφυγε στην Οδησσό μαζί με τα οκτώ παιδιά της.
Εκεί ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος σπούδασε ως υπότροφος του Τσάρου στο γαλλικό Λύκειο «Ρισελιέ» μέχρι το 1830, οπότε η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο Ναύπλιο. Ο ίδιος παρακολουθούσε μαθήματα στην κεντρική σχολή της Αίγινας με δάσκαλο τον Γεώργιο Γεννάδιο, αλλά τελικά δεν κατάφερε να αποφοιτήσει. Παρ' όλο που γνώριζε πολλές ξένες γλώσσες (γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά) και μελετούσε πολύ, δεν ολοκλήρωσε ποτέ καμία βαθμίδα της εκπαίδευσης, γεγονός που έγινε αιτία για επικρίσεις που δέχτηκε όταν προσπαθούσε να διοριστεί στο Πανεπιστήμιο.

Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ

Τραπέζα Αικατερίνη